Πήρε ο Μάρτης δώδεκα κι ο Απρίλης δεκαπέντε και τα κοπάδια κίνησαν κι όλα τα τσελιγκάτα για τα βουνά να πάνε.
Την άνοιξη διάλεγαν οι Σαρακατσαναίοι για το ξεκίνημα του καλοκαιριού και λαχταρούσαν οι βοσκοί το βουνό εκεί κοντά στο Μάη και δεν είχαν κρατημό.Έντονη ήταν η ανάγκη για μέρος δροσερό ,μακριά από το λιοπύρι του κάμπου και τη ζέστη ,αλλά και τη δοκιμασία του χειμώνα.Αναζητούσαν τη δροσιά στα χορταριασμένα βουνά της περιοχής των Αγράφων, της Μακεδονίας, του Καρπενησίου (Βελούχι), του Ολύμπου, της οροσειράς της Πίνδου κ.α.
Πιο συγκεκριμένα ,από τα τέλη Απριλίου, συνήθως μετά την γιορτή του Άη Γιώργη, αφού είχαν πουλήσει τα αρνιά, έπαιρναν τη στράτα για τα βουνά μαζί με τις φαμίλιες και τα κοπάδια τους.Η ημέρα του Άι Γιώργη αποτελούσε ορόσημο για το νομαδικό λαό των Σαρακατσάνων. Όλοι έσφαζαν αρνιά προς τιμήν του Αγίου. Το πρωί της γιορτής, αυτός που είχε τάξει το «γκουρμπάνι» πήγαινε και έσφαζε το αρνί. Αφού το έγδερνε ,το έδινε στις γυναίκες για να μαγειρευτεί.Τα γκουρμπάνια,κατά κύριο λόγο, τα έκαναν βραστά ,αλλά σε κάποιες περιπτώσεις τα έκαναν και ψητά ,στο “σουβλί” , όπως στην γιορτή του Άη Γιώργη. Οι γυναίκες ετοίμαζαν το κονάκι ,στολίζοντάς το εσωτερικά με βελέντζες , και έπειτα έστρωναν ολόγυρα από την βάτρα τις τάβλες, στις οποίες κάθονταν οι άντρες πάντα οκλαδόν και οι γυναίκες τους κερνούσαν κρασί ή ρακί για να ευχηθούν στον νοικοκύρη. Όταν ήταν έτοιμο το γκουρμπάνι,το έβαζαν στις τάβλες μαζί με πίτες τυρί, κουσμάρι κ.λ.π.. Οι γυναίκες, όταν τελείωναν με το σερβίρισμα και τις ετοιμασίες ,μαζευόταν σε διπλανό κονάκι και γλεντούσαν, όπως ακριβώς και οι άντρες.

Ξεκινούσαν για τα βουνά κυρίως Δευτέρα, Τετάρτη ή Πέμπτη, δεν κινούσαν ποτέ Τρίτη, Παρασκευή, το ’χαν για γρουσουζιά.Αφού συμμάζευαν , μπάλωναν τα σαμάρια, τα μπαλτούμια, κάλιαζαν τα φορτώματα για τη στράτα, άφηναν πίσω τους τον τόπο των χειμαδιών που έπαιρνε να ξεραίνεται.Με το σύνθημα του τσέλιγκα, αφού έκαναν το σταυρό τους, ξεκίναγαν μπροστά το βιός, πίσω οι γυναίκες με τις φαμίλιες τους και τ’ αλογομούλαρα φορτωμένα και ακολουθούσαν τα τσοπανόσκυλα.
Τέτοια ήταν περίπου η εποχή που κίναγαν με νοσταλγία και χαίρονταν τη στράτα οι τσοπάνηδες, λαλώντας τις φλογέρες .Αυτή μπορούσε να κρατήσει από λίγες μέχρι και σαράντα και πενήντα μέρες, ανάλογα το ξεκαλοκαιριό(ανάλογα με την απόσταση και με τον καιρό που θα συναντούσαν στο δρόμο).Κάθε μέρα λοιπόν στήνονταν και ξεστήνονταν πρόχειρα κονάκια και ακολουθούσε διαδοχικά η διαδικασία: στράτα, ξεφόρτωμα, άρμεγμα και φόρτωμα πάλι τα βαθιά χαράματα με τον Αυγερινό.

Μόλις έφταναν στα ψηλά βουνά , περίμεναν να βρουν τα κονάκια τους, αν πήγαιναν στα συνηθισμένα μέρη. Άλλα παρατημένα και άλλα γκρεμισμένα απ’ το χειμώνα και το χιόνι.Ξεφόρτωναν αμέσως, ξεσαμάρωναν τα άλογα ,τα λιανοπαίδια χοροπήδαγαν απ’ τη χαρά τους και οι γυναίκες ανασκουμπώνονταν, σάρωναν, έφερναν μπάτσες και έστρωναν να πλαγιάσουν όλοι τη πρώτη βραδιά. Αφού ξαπόσταιναν για δυο μέρες ,έμπαιναν πια στους καλοκαιρινούς ρυθμούς.
Οι στάνες τις πρώτες μέρες έμεναν χωριστά.Τις επόμενες μέρες έσμιγαν όλες σε μία. Έφτιαχναν δυο τρία γαλαροκόπαδα των 400 και 500 προβάτων και τα έριχναν σε τόπο σπανό (κάπως απάτητο). Πήγαιναν σε αυτά τσοπαναραίοι ηλικιωμένοι και καλοί αρμεχτάδες.Τα στέρφα που μπορούσαν εύκολα να περπατήσουν ,τα έστελναν σε τόπο τσακιστό και τα αναλάμβαναν νέοι τσοπάνηδες, ενώ τα ζυγούρια ήθελαν τσοπάνο τεχνίτη. Τα γίδια δεν είχαν ανάγκη και πήγαιναν σε αυτά γυναίκες και νέοι.Υπήρχε, βέβαια, και το βοιδολίβαδο ή αλογολίβαδο κοντά στα κονάκια με υπεύθυνο το βαλμά(βοσκός των αλόγων).
Το καλοκαίρι στις στάνες ή έβαζαν γαλατά ή τυροκομούσαν οι ίδιοι.Έτσι μετρούσαν τα πόσα γαλάρια πρόβατα είχε ο καθένας και μετά το άρμεγμα έπαιρνε ανάλογες οκάδες γάλα, που το τυροκομούσαν. Ημέρα ξεκινούσε για τους βοσκούς πριν χαράξει, όπου άρμεγαν στη στρούγκα, τυροκομούσαν ,έτρωγαν γάλα βραστό, έβγαζαν τα πρόβατα για βοσκή και το μεσημέρι γύριζαν πάλι στη στάνη ,όπου ακολουθούσε η ίδια διαδικασία. Αφού τέλειωναν τις μεσημεριανές δουλειές ξάπλωναν στον ίσκιο με τα έλατα ,ενώ τα πρόβατα στάλιζαν για να βγουν πάλι το απόγευμα ( σκάρισμα )μέχρι το βράδυ.

Έτσι συνέβαινε μέχρι τον Αλωνάρη.
*Γκουρμπάνι: ήταν ένα παραδοσιακό έθιμο των Σαρακατσαναίων με έντονο θρησκευτικό και κοινωνικό χαρακτήρα.Αποτελούσε μια εκδήλωση των Σαρακατσάνων που σαν κύριο σκοπό είχε την ευμενή επίδραση της θρησκείας. Γιατί η θρησκεία αντιπροσωπεύει δυνάμεις, που πρέπει να εκδηλωθούν για το καλό του Τσελιγκάτου, της οικογένειας ή ενός προσώπου, ανάλογα το που ήταν ταμένο το «γκουρμπάνι».Το «τάμα» γινόταν σε κάποιον άγιο, που πολλές φορές συνέπιπτε με το όνομα του εορτάζοντα. Δηλαδή το «γκουρμπάνι» δεν ήταν ονομαστική εορτή με τη σημερινή έννοια, αλλά τάμα σε κάποιον άγιο για να έχουν την εύνοιά του. Οι γιορτές, που κατά κύριο λόγο έταζαν το γκουρμπάνι οι Σαρακατσάνοι, ήταν κατά προτίμηση της Παναγίας, των Αγίων Αποστόλων, του Προφήτη Ηλία, του Άι Δημήτρη και του Άι Γιώργη. Στο τάμα έσφαζαν ένα αρσενικό αρνί που το έψηναν στο γάστρο και καλούσαν τους γειτόνους να το φάνε όλοι μαζί, πίνοντας κυρίως ρακί ή κατά δεύτερο λόγο κρασί. Οι καλεσμένοι που έρχονταν, αφού χαιρετούσαν δίνοντας ευχές στον εορτάζοντα, κάθονταν γύρω γύρω στο καλύβι και άρχιζαν το τραγούδι.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
·Ευριπίδη Π. Μακρή «Ζωή και παράδοση των Σαρακατσαναίων»
·Νικος Γ.Ζυγογιάννης, “Οι Σαρακατσιαναίοι στο διάβα των αιώνων”
·Εφημερίδα «Τα δέοντα των Σαρακατσαναίων» του Συνδέσμου Σαρακατσαναίων Ν. Φθιώτιδας

0 σχόλια